Αναλυτικά είπε:
Για τα συναισθήματά του γι’ αυτό το γεγονός: «Η αλήθεια είναι ότι δεν το περίμενα, μετά από τόσα χρόνια. Δεν κρύβω ότι κάθε φορά που βλέπω τον Πανιώνιο, κάθε φορά που μπαίνω στο γήπεδο με πιάνει… ρίγος. Ζήσαμε εποχές που δυστυχώς οι καινούργιοι μπορεί να μην τις ζήσουν. Το μπάσκετ είναι 100% επαγγελματικό πλέον και είναι δύσκολο να κρατήσεις “κορμό”. Όλα είναι αλλιώς».
Για τα πρώτα του βήματα στον Πανιώνιο: «Εγώ ξεκίνησα με τον Σπανουδάκη στα μίνι του Πανιωνίου το 1975. Τότε για πρώτη φορά οργάνωσαν το μίνι μπάσκετ. Ήμουν πολύ τυχερός τότε, γιατί αυτά τα ματς είχαν έναν πιλοτικό χαρακτήρα και η τότε ΕΟΚ είπε στις ομάδες της τότε Α1 να φτιάξουν μίνι μπάσκετ και παίζαμε πριν απ’ τα μεγάλα παιχνίδια. Το ξεκίνημά μου ήταν να παίξω στη Λεωφόρο με τον Παναθηναϊκό, στο Μαρούσι, στο Παπαστράτειο με τον Σπόρτιγκ, σε γεμάτα γήπεδα. Όταν έφυγα απ’ τον Πανιώνιο έπαθα σοκ απ’ τον τρόπο που λειτουργούσαν οι άλλες ομάδες. Στον Πανιώνιο ήμασταν μια οικογένεια, που ο ένας βοηθούσε τον άλλον, και μετά αντίκρισα την πραγματικότητα, η οποία ήταν πικρή για ‘μένα».
Για την πρώτη του συμμετοχή στο ανδρικό του Πανιωνίου: «Πρώτη χρονιά στο εφηβικό έκανα στα 16 μου χρόνια. Θυμάμαι σε ένα παιχνίδι ανδρικό ο Κωνσταντώνης ήταν φαντάρος, ο Σολωμός τραυματίας και με παίρνει τηλέφωνο ο Παύλος Κορκίδης και μου λέει “Μικρέ, πάρε παπούτσια, θα είσαι στην αποστολή με τον Ολυμπιακό στο Αρτάκης”. Μόνο και μόνο που θα καθόμουν στον πάγκο τρελάθηκα απ’ τη χαρά μου. Η ομάδα είχε προπονητή τότε τον Κώστα Αναστασάτο, που ήταν φημισμένος για την τρέλα του. Κάποια στιγμή κάτι ήθελε να πει στον Μάκη Δενδρινό, τον βγάζει για ένα λεπτό έξω και μου “Μικρέ, μπες”. Εγώ σάστισα λίγο και μόλις μπήκα ήμουν… άσπρος απ’ τον φόβο μου στα 16 μου. Μάρκαρα τον Γιατζόγλου. Στην πρώτη φάση μού κάνει μια αγκωνιά στο στόμα, ματώνω και ξαφνικά όλο το άγχος και ο φόβος γίνεται θυμός. Και στην πρώτη επίθεση που κάνουμε, επειδή είδα ότι είχε σηκωθεί ο Δενδρινός για να με αντικαταστήσει, στην πρώτη πάσα που μου δίνει ο Μίσσας, σουτάρω τρίποντο και το βάζω με ταμπλό. Έτσι, ο προπονητής ξανακάθισε στον πάγκο τον Μάκη. Τελείωσα το παιχνίδι με 16-17 πόντους, κερδίσαμε τον Ολυμπιακό μετά από δεκαετίες κι έτσι ήταν το ντεμπούτο μου στην ανδρική ομάδα».
Για τον Φάνη Χριστοδούλου, με τον οποίον υπήρξαν και συμπαίκτες: «Του έχω πει στη διάρκεια των χρόνων ότι ήταν πολύ τυχερός που ήρθε στον Πανιώνιο, γιατί ήρθε σε μια οικογένεια και τον βοήθησαν πάρα πολύ να βγάλει το ταλέντο του. Στο πρώτο ματς έκλαιγε στ’ αποδυτήρια, δεν ήθελε να βγει έξω, ήταν τόσο πολύ τρακαρισμένος, αγχωμένος και πιεσμένος. Θυμάμαι τον Μάκη Δενδρινό τότε να του λέει “Βγες παίξε και κάνε ό,τι θες, να μη σε νοιάζει το αποτέλεσμα”. Αυτό τον βοήθησε πάρα πολύ στη συνέχεια και όλοι ξέρουμε τι έγινε μετά ο Φάνης. Δεν ήταν μόνο η μπασκετική του ευφυία, η ομάδα έπαιζε για εκείνον και εκείνος για την ομάδα. Δε γκρίνιαζε ποτέ γιατί δεν παίρνει μπάλα, μάρκαρε τους πάντες, έκανε τα πάντα. Μόνο… τα ρούχα δεν έπλενε (γέλια). Έδινε αυτόν τον τόνο».


1
3
4
5