Για πολλούς παίκτες, το στοίχημα είναι ψυχαγωγία, συναίσθημα και ένστικτο. Υπάρχουν όμως και εκείνοι που το προσεγγίζουν πιο αναλυτικά, παίρνοντας αποφάσεις βασισμένες αποκλειστικά σε δεδομένα και στατιστική. Στη διεθνή αγορά, αυτοί οι παίκτες είναι γνωστοί ως sharp bettors. Δεν πρόκειται απαραίτητα για επαγγελματίες μαθηματικούς, έχουν όμως ως κοινό χαρακτηριστικό ότι χρησιμοποιούν μαθηματική λογική στα ποντάρισματά τους.
Στόχος τους η καλύτερη τιμή
Οι παίκτες αυτής της κατηγορίας δεν προσπαθούν απλώς να βρουν τον νικητή, αλλά αναζητούν διαρκώς στοιχήματα με αξία (value bets). Εκεί που ο περιστασιακός παίκτης θα σκεφτεί αν θα κερδίσει η Άρσεναλ, ο sharp bettor θα αναρωτηθεί πόσο πιθανό είναι να κερδίσει και τι απόδοση του προσφέρουν οι στοιχηματικές. Ακόμα και αν θεωρεί ένα αποτέλεσμα ως το πιο πιθανό, μπορεί να κρίνει ότι δεν αξίζει να το παίξει αν η τιμή του δεν είναι συμφέρουσα.
Πού και πώς βρίσκουν value;
Οι sharp bettors χρησιμοποιούν δικά τους μοντέλα για να εκτιμήσουν τις πιθανότητες ενός αποτελέσματος, αναλύοντας στατιστικά και συνυπολογίζοντας μεταβλητές όπως το πρόγραμμα και τα κίνητρα των ομάδων. Μπορεί, για παράδειγμα, να εκτιμήσουν ότι ένα σημείο έχει 50% πιθανότητα να επαληθευτεί, κάτι που μεταφράζεται σε μια «δίκαιη» απόδοση 2.00. Αν το βρουν σε απόδοση 2.20, τότε το ποντάρισμα έχει αξία. Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι το συγκεκριμένο στοίχημα θα κερδίσει. Σημαίνει απλώς ότι αγοράζουν σε καλή τιμή.
Γιατί έχει σημασία αν μια απόδοση πέσει αργότερα;
Ένα από τα σημαντικότερα κριτήρια επιτυχίας για έναν sharp παίκτη είναι να «κλειδώνει» τιμές καλύτερες από την τελική απόδοση (Closing Line). Η Closing Line αποτυπώνει την πιο ακριβή εκτίμηση που μπορεί να έχει η αγορά για την πιθανότητα ενός αποτελέσματος πριν αρχίσει το ματς. Αν ένας παίκτης έχει σταθερά θετικό Closing Line Value, είναι σαν να αγοράζει συστηματικά ένα προϊόν σε τιμή ευκαιρίας.
Γιατί ένας τέτοιος παίκτης ενδιαφέρει τη στοιχηματική;
Οι στοιχηματικές, όπως όλες οι εταιρείες, επιθυμούν να έχουν κέρδος. Για να διαχειριστούν το ρίσκο τους, παρακολουθούν στενά την αγορά και τις κινήσεις των παικτών. Οι sharp bettors μπορεί να απειλήσουν τα έσοδά τους, αν συνεχώς κερδίζουν. Ταυτόχρονα, όμως, μπορούν να λειτουργήσουν και ως χρήσιμο σήμα για τη διόρθωση των αποδόσεων. Αυτοί είναι δύο βασικοί λόγοι για τους οποίους οι κινήσεις τους έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα για τις εταιρείες.
Κερδισμένος παίκτης και «έξυπνος» παίκτης δεν είναι το ίδιο
Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι η μαθηματική προσέγγιση των sharp bettors δεν εγγυάται κέρδος σε κάθε στοίχημα, όπως, αντίστοιχα, ένα κερδισμένο παρολί τεράστιας απόδοσης δεν αποδεικνύει ότι ένας casual bettor διαθέτει μακροπρόθεσμο πλεονέκτημα. Το γεγονός ότι οι στοιχηματικές παρακολουθούν την αγορά και ενδέχεται να προχωρούν σε ενέργειες για να προστατεύσουν την κερδοφορία τους δεν σημαίνει ότι αντιμετωπίζουν κάθε κερδισμένο παίκτη ως απειλή. Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη και διαφέρει ανάλογα με την εταιρεία, την αγορά και το προφίλ του παίκτη.
Γιατί ακούγονται ιστορίες για limits στους κερδισμένους;
Οι στοιχηματικές, όπως προβλέπεται στους όρους τους, διατηρούν το δικαίωμα να περιορίζουν το ποσό που μπορεί να ποντάρει κανείς σε ορισμένες περιπτώσεις ή σε μια συγκεκριμένη αγορά. Ενώ, πράγματι, υπάρχουν παίκτες που έχουν αναφέρει τέτοιους περιορισμούς, οι εν λόγω εμπειρίες δεν αποδεικνύουν κάποιον γενικό κανόνα. Κάθε εταιρεία έχει τη δική της πολιτική όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους μπορεί να θέσει limits στη δραστηριότητα των παικτών.
Μπορεί κάποιος να κερδίζει για πάντα;
Οι «μαθηματικοί» δεν γνωρίζουν τα αποτελέσματα εκ των προτέρων. Απλώς αναζητούν συστηματικά καλύτερες αποδόσεις, βλέποντας το στοίχημα περισσότερο ως αγορά τιμών παρά ως παιχνίδι προβλέψεων. Στην πράξη, ένα μοντέλο που λειτουργούσε χθες μπορεί να μην αποδίδει αύριο, ενώ ακόμα και ο πολύ καλός παίκτης δεν μένει ανεπηρέαστος από την αβεβαιότητα, τις μεταβολές στις αγορές και την γκανιότα των εταιρειών.



