Μια ομάδα που έγινε σύμβολο μιας πόλης
Η Μπόσνα έμεινε στην ιστορία, πρώτα και κύρια, ως η πρώτη ομάδα από τη Γιουγκοσλαβία που κατέκτησε το Κύπελλο Πρωταθλητριών.
Το έκανε το 1979, στον τελικό της Γκρενόμπλ, απέναντι στη μεγάλη Βαρέζε των Μενεγκίν, Μορς και Γέλβερτον.
Όμως η ιστορία της δεν χωράει σε έναν τίτλο.
Η Μπόσνα ήταν η μπασκετική αποτύπωση ενός Σαράγεβο που δεν υπάρχει πια. Μιας πόλης-μικρογραφίας των Βαλκανίων, όπου διαφορετικές θρησκείες και εθνότητες συνυπήρχαν με μια έντονη αίσθηση κοσμοπολιτισμού, μοντέρνων ιδεών και πολιτιστικής εξωστρέφειας.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον γεννήθηκε και μεγάλωσε η μεγάλη Μπόσνα.
Ένας σύλλογος που ξεκίνησε μεταπολεμικά ως ομάδα των φοιτητών του Πανεπιστημίου του Σαράγεβο και σταδιακά επαγγελματοποιήθηκε. Δεν είχε πίσω του το ποδοσφαιρικό τμήμα που θα μπορούσε να του εξασφαλίσει εκατοντάδες χιλιάδες οπαδούς. Είχε όμως κάτι διαφορετικό: ένα δικό του κοινό.
Και με τα χρόνια η Μπόσνα ταυτίστηκε με ολόκληρη την πόλη.
Παρότι θεωρούνταν πιο κοντά στη ΦΚ Σαράγεβο, την πιο «αστική» από τις δύο μεγάλες ποδοσφαιρικές ομάδες της πόλης, η Μπόσνα κατάφερε να ξεπεράσει τις ποδοσφαιρικές και κοινωνικές διαχωριστικές γραμμές και να γίνει σημείο αναφοράς για το Σαράγεβο.
Ο άνθρωπος που τα άλλαξε όλα
Ο αρχιτέκτονας της μεγάλης Μπόσνα ήταν ένας νεαρός Μαυροβούνιος προπονητής.
Ο Μπόγκνταν Τάνιεβιτς.
Το 1972, μόλις στα 25 του χρόνια, οδήγησε την ομάδα στην άνοδο στην πρώτη κατηγορία του γιουγκοσλαβικού πρωταθλήματος. Η άνοδος ήρθε μάλιστα μέσα από μπαράζ απέναντι στη συμπολίτισσα Ζελέζνιτσαρ.
Ήταν ένα παιχνίδι που με τα χρόνια απέκτησε σχεδόν μυθικές διαστάσεις.
Γιατί αν είχε διαφορετική κατάληξη, ίσως να ήταν διαφορετική και ολόκληρη η ιστορία του μπάσκετ στο Σαράγεβο.
Η Μπόσνα, πάντως, δεν κοίταξε ποτέ πίσω.
Τέσσερα χρόνια μετά την άνοδο, το 1976, τερμάτισε για πρώτη φορά τρίτη στο πρωτάθλημα.
Έναν χρόνο αργότερα έχασε τον τίτλο στο ιστορικό μπαράζ της Χάλα Πιονίρ από τη Γιουγκοπλάστικα, με 98-96 και καλάθι στην εκπνοή.
Το 1978 ήρθε το νταμπλ.
Και μαζί ο πρώτος ευρωπαϊκός τελικός, στο Κύπελλο Κόρατς, απέναντι στην Παρτιζάν.
Η Μπόσνα έχασε.
Αλλά είχε πλέον φτάσει στην πόρτα της κορυφής.
Και το 1979 την πέρασε.

Γκρενόμπλ, 1979
Στη Γκρενόμπλ, η Μπόσνα αντιμετώπισε τη Βαρέζε.
Απέναντί της είχε μια από τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις της εποχής, μια ομάδα γεμάτη αστέρια.
Στο τέλος, όμως, η ιστορία γράφτηκε με μπορντό.
Η Μπόσνα έγινε η πρώτη γιουγκοσλαβική ομάδα που σήκωσε το Κύπελλο Πρωταθλητριών.
Μέσα σε μόλις επτά χρόνια είχε περάσει από τη δεύτερη κατηγορία της Γιουγκοσλαβίας στην κορυφή της Ευρώπης.
Την ίδια χρονιά, στο ποδόσφαιρο, η Νότιγχαμ Φόρεστ του Μπράιαν Κλαφ έκανε κάτι αντίστοιχο.
Δύο αθλητικές ιστορίες που σήμερα μοιάζουν σχεδόν αδύνατο να επαναληφθούν.

Η Γιουγκοσλαβία σε μία ομάδα
Ίσως το πιο εντυπωσιακό στοιχείο εκείνης της Μπόσνα ήταν ότι το ρόστερ της έμοιαζε με μικρογραφία της ίδιας της Γιουγκοσλαβίας.
Ο προπονητής ήταν Μαυροβούνιος.
Ο μεγάλος της σταρ, ο χαρισματικός Μίρζα Ντελίμπασιτς, ο «Κρόιφ του ευρωπαϊκού μπάσκετ», ήταν Βόσνιος από την Τούζλα.
Η κολώνα της ομάδας, ο Ράτκο Ραντοβάνοβιτς, ήταν Σέρβος της Βοσνίας.
Ο φόργουορντ Ζάρκο Βάραϊτς καταγόταν από το Μαυροβούνιο. Στη Γκρενόμπλ πέτυχε 45 πόντους, επίδοση που παραμένει μέχρι σήμερα το ρεκόρ σκοραρίσματος σε τελικό της κορυφαίας ευρωπαϊκής διασυλλογικής διοργάνωσης.
Και στον άσο υπήρχε ένας νευρώδης Σέρβος από μια ακόμη πολυεθνική περιοχή της Γιουγκοσλαβίας.
Ο Σβέτισλαβ Πέσιτς από το Νόβισαντ της Βοϊβοντίνα.
Βόσνιοι ήταν ακόμη οι Χάτζιτς, Μπιλάλοβιτς και Ντζόγκιτς. Ο Πρέντραγκ Μπένατσεκ είχε γεννηθεί στο Σαράγεβο, με καταγωγή από τη Σλοβενία, ενώ ο Μπόρο Βούτσεβιτς, πατέρας του Νίκολα Βούτσεβιτς, ήταν Μαυροβούνιος.
Συνολικά, έξι παίκτες της Μπόσνα βρέθηκαν στην εθνική ομάδα της πανίσχυρης Γιουγκοσλαβίας.
Και ο Τάνιεβιτς θα αναλάμβανε αργότερα την τεχνική ηγεσία της εθνικής στο Ευρωμπάσκετ του 1981.
Η Μπόσνα δεν ήταν απλώς μια επιτυχημένη ομάδα.
Ήταν η Γιουγκοσλαβία σε μικρογραφία.
Μετά την Ευρώπη, η κυριαρχία
Ο ευρωπαϊκός τίτλος δεν ήταν το τέλος.
Ήταν η αρχή μιας ακόμη περιόδου κυριαρχίας στο γιουγκοσλαβικό μπάσκετ.
Το 1980 η Μπόσνα κατέκτησε το δεύτερο πρωτάθλημά της, σε μεγάλες μάχες με την Παρτιζάν των Νταλίπαγκιτς και Κιτσάνοβιτς.
Στο κύπελλο έχασε από την ανερχόμενη Τσιμπόνα του Μίρκο Νόβοσελ.
Στα Κύπελλα Πρωταθλητριών του 1980 και του 1981 παρέμεινε εξαιρετικά ανταγωνιστική, φτάνοντας μέχρι την τετράδα του τελικού ομίλου.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, όμως, ήρθε η αλλαγή εποχής.
Ο Ντελίμπασιτς έφυγε για τη Ρεάλ Μαδρίτης το 1980.
Και το 1982 ο Τάνιεβιτς πήγε στην Καζέρτα, όπου θα επιχειρούσε να δημιουργήσει τη νέα του ομάδα μαζί με τον Όσκαρ Σμιτ.
Η μεγάλη Μπόσνα έπρεπε να βρει τον επόμενο άνθρωπό της.
Και δεν υπήρχε πραγματικά καμία αμφιβολία για το ποιος θα ήταν.
Ο Πέσιτς στον πάγκο
Ο Σβέτισλαβ Πέσιτς ήταν ένας κλασικός Γιουγκοσλάβος πόιντ γκαρντ.
Ένας παίκτης που έμοιαζε γεννημένος για να γίνει προπονητής.
Η αγωνιστική του καριέρα είχε ήδη περιοριστεί μετά τον σοβαρό τραυματισμό του στον τελικό του Κόρατς απέναντι στην Παρτιζάν, στην Μπάνια Λούκα, το 1978.
Τώρα είχε έρθει η ώρα να αναλάβει την ομάδα από την οποία είχε ξεκινήσει την ευρωπαϊκή του διαδρομή.
Στο ρόστερ είχαν προστεθεί δύο νέοι Βόσνιοι, οι οποίοι θα γίνονταν αργότερα διεθνείς: ο Μάριο Πρίμορατς, από μια μικτή πόλη Βοσνίων και Κροατών, και ο Εμίρ Μούταπτσιτς.
Στην πρώτη σεζόν του Πέσιτς ως προπονητή, το 1983, η Μπόσνα κατέκτησε το τρίτο της πρωτάθλημα Γιουγκοσλαβίας.
Με έναν τρόπο που μόνο το γιουγκοσλαβικό μπάσκετ εκείνης της εποχής θα μπορούσε να προσφέρει.
Στον τελευταίο τελικό απέναντι στη Σιμπένκα του Ντράζεν Πέτροβιτς, η Μπόσνα ηττήθηκε μέσα σε συνθήκες έντασης και μεγάλης διαιτητικής συζήτησης.
Την επόμενη ημέρα, η ομοσπονδία τής απένειμε τον τίτλο, κρίνοντας ότι είχαν υπάρξει σοβαρά διαιτητικά λάθη.
Έναν χρόνο αργότερα ήρθε και ο τελευταίος τίτλος της στη Γιουγκοσλαβία: το Κύπελλο.
Ο απολογισμός της δεκαετίας 1976-1986 είναι εντυπωσιακός:
Τρία πρωταθλήματα Γιουγκοσλαβίας.
Δύο κύπελλα.
Ένα Κύπελλο Πρωταθλητριών.
Ένας τελικός Κόρατς.
Ένα χαμένο μπαράζ πρωταθλήματος.
Και δύο χαμένοι τελικοί κυπέλλου.
Μια δεκαετία που έκανε την Μπόσνα σημείο αναφοράς του ευρωπαϊκού μπάσκετ.
Και μετά ήρθε ο πόλεμος
Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, τα σύννεφα πάνω από τη Γιουγκοσλαβία άρχισαν να πυκνώνουν.
Η Μπόσνα, όμως, συνέχιζε να παράγει παίκτες.
Το 1989 τερμάτισε τρίτη στο πρωτάθλημα, πίσω από τις πανίσχυρες Γιουγκοπλάστικα και Παρτιζάν.
Την επόμενη χρονιά έφτασε μέχρι τα ημιτελικά του Κόρατς.
Ο Νέναντ Μάρκοβιτς, ο Ραντούλοβιτς, ο Αλίχοτζιτς, ο Άβντιτς, ο Φίριτς και οι υπόλοιποι της νέας γενιάς ήταν έτοιμοι να οδηγήσουν την Μπόσνα στη νέα δεκαετία.
Τελικά, πολλοί από αυτούς θα αποτελούσαν τον κορμό της εθνικής ομάδας μιας καινούργιας χώρας.
Μιας χώρας που γεννήθηκε μέσα από την καταστροφή του πολέμου.
Με πρωτεύουσα μια πόλη που είχε πλέον σημαδευτεί για πάντα.
Ο πόλεμος κατέστρεψε και την Μπόσνα.
Ο σύλλογος που κάποτε βρισκόταν στην κορυφή της Ευρώπης δεν κατάφερε ποτέ να επιστρέψει πραγματικά εκεί. Τα επόμενα χρόνια έφτασε ακόμη και αρκετές φορές στα πρόθυρα της διάλυσης.
Όπως και η πόλη που τον γέννησε, δεν ήταν ποτέ ξανά ο ίδιος.
Το τελευταίο All Star
Ίσως όμως τίποτα να μην αποτυπώνει καλύτερα το τι σήμαινε η Μπόσνα και το Σαράγεβο για το γιουγκοσλαβικό μπάσκετ από μια στιγμή που σήμερα μοιάζει σχεδόν σουρεαλιστική.
Μάιος του 1991.
Η γιουγκοσλαβική ομοσπονδία αποφασίζει να διοργανώσει το πρώτο All Star Game στην ιστορία του ενιαίου πρωταθλήματος.
Και επιλέγει το Σαράγεβο.
Το ιστορικό κλειστό της Σκεντέρια, την έδρα της Μπόσνα.
Ήταν μόλις λίγες εβδομάδες πριν από την έκρηξη του πολέμου στη Δαλματία και λιγότερο από έναν χρόνο πριν από την έναρξη του πολέμου στη Βοσνία.
Έξι χιλιάδες άνθρωποι συγκεντρώθηκαν για να γιορτάσουν το μπάσκετ.
Και, χωρίς να το γνωρίζουν, την ενότητα μιας χώρας που ουσιαστικά αποχαιρετούσαν.
Αρκεί να κοιτάξει κανείς τα ρόστερ της Κόκκινης και της Λευκής ομάδας εκείνου του All Star Game για να καταλάβει το μέγεθος της στιγμής.
Εκεί ήταν σχεδόν ολόκληρο το γιουγκοσλαβικό μπασκετικό θαύμα.
Οι παίκτες που λίγο αργότερα θα χωρίζονταν από σύνορα, σημαίες και πόλεμο, εκείνη τη βραδιά φορούσαν τις ίδιες φανέλες.
Και έπαιζαν μπάσκετ στο Σαράγεβο.
Η τελευταία μεγάλη γιορτή του γιουγκοσλαβικού μπάσκετ δεν θαλης που κάποτε μπορούσε να χωρέσει στην ίδια εξέδρα, στην ίδια ομάδα και στην ίδια φανέλα ανθρώπους διαφορετικών καταβολών μπορούσε, τελικά, να γίνει πουθενά αλλού.
Η πόλη που έμεινε στη φανέλα
Γι’ αυτό και η Μπόσνα είναι κάτι περισσότερο από μια παλιά πρωταθλήτρια Ευρώπης.
Είναι η ανάμνηση μιας πόλης.
Μιας πόλης που κάποτε μπορούσε να χωρέσει στην ίδια εξέδρα, στην ίδια ομάδα και στην ίδια φανέλα ανθρώπους διαφορετικών καταβολών.
Μιας πόλης που έζησε την απόλυτη μπασκετική κορυφή και λίγο αργότερα γνώρισε την απόλυτη καταστροφή.
Η Μπόσνα του Τάνιεβιτς, του Ντελίμπασιτς, του Ραντοβάνοβιτς, του Βάραϊτς και του Πέσιτς δεν υπάρχει πια.
Υπάρχει όμως στη μνήμη.
Στη Γκρενόμπλ του 1979.
Στο μπορντό χρώμα.
Στο παρκέ της Σκεντέρια.
Και, κυρίως, σε εκείνο το Σαράγεβο που υπήρξε για λίγο η καρδιά του ευρωπαϊκού μπάσκετ.
Ίσως γι’ αυτό η επιστροφή της κορυφαίας ευρωπαϊκής διοργάνωσης στην πόλη, 42 χρόνια μετά, να έχει κάτι περισσότερο από απλή αθλητική σημασία.
Γιατί στο Σαράγεβο δεν επιστρέφει απλώς το μπάσκετ.
Επιστρέφει, έστω για λίγο, μια ιστορία που πολλοί πίστευαν ότι είχε χαθεί για πάντα.



