Πίσω από κάθε καλάθι, κάθε νίκη και κάθε χαμόγελο στις οθόνες μας κρύβεται κάτι που σπάνια συζητάμε: η ψυχική υγεία των αθλητών. Αθλητισμός δεν είναι μόνο αυτό που βλέπουμε από τον καναπέ μας ή στις εξέδρες ενός γηπέδου, αθλητισμός είναι και το κομμάτι αυτό που περνάει απαρατήρητο. Είναι οι προπονήσεις, το άγχος, η ελάχιστη ξεκούραση, τα ταξίδια και οι θυσίες που απαιτούνται για να φτάσει κάποιος στην κορυφή. Ακόμη πιο σπάνια, όμως, συζητάμε τι συμβαίνει όταν η καριέρα αυτή φτάνει στο τέλος της και οι αθλητές καλούνται να χτίσουν μια νέα ζωή μακριά από τα γήπεδα.
Οι περισσότεροι επαγγελματίες αθλητές ξεκίνησαν πολύ νωρίς, με μια αγάπη για το άθλημα που έμοιαζε με εμμονή. Τα απογεύματα, ενώ τα υπόλοιπα παιδιά έβγαιναν βόλτες, ένα παιδί έμενε στη μπασκέτα της γειτονιάς, σουτάροντας ασταμάτητα μέχρι που οι γείτονες παραπονιούνταν για την ώρα. Έτσι ξεκίνησαν οι περισσότεροι αθλητές, από πολύ νωρίς, με τεράστια αφοσίωση στο άθλημα που γρήγορα έγινε τρόπος ζωής. Ενώ άλλοι συνομήλικοι τους σχεδίαζαν σπουδές και καριέρες, εκείνοι προπονούνταν. Αυτό που τους ξεχώριζε δεν ήταν μόνο το ταλέντο, αλλά η θέλησή τους να κάνουν το κάτι παραπάνω όταν οι υπόλοιποι είχαν κουραστεί.
Μέχρι που, μια μέρα, το «παιχνίδι» τελειώνει και το σφύριγμα της λήξης δεν σημαίνει απλώς το τέλος ενός αγώνα. Σημαίνει το τέλος μιας ολόκληρης πορείας, ενός καρουσέλ από επιτυχίες, αποτυχίες και έντονα συναισθήματα. Σημαίνει, πάνω από όλα, το τέλος του μόνου πράγματος που ήξεραν να κάνουν καλά. Από τη μια στιγμή στην άλλη, οι ζητωκραυγές δίνουν τη θέση τους σε μια «εκκωφαντική» σιωπή, που κανείς δεν τους έμαθε πως να την ακούν. Μέσα σε αυτή τη σιωπή κρύβεται και η πραγματική δυσκολία. Δεν είναι ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν είχαν ποτέ άλλα ενδιαφέροντα ή δεν ήθελαν να σπουδάσουν, όπως τα υπόλοιπα παιδιά. Είναι ότι η ολοκληρωτική αφοσίωση στο άθλημα δεν τους άφησε ποτέ τα περιθώρια για κάτι δεύτερο.
Όταν ολοκληρώνεται ο κύκλος μιας αθλητικής καριέρας πολλοί αθλητές βρίσκονται αντιμέτωποι με το κενό. Για χρόνια η ταυτότητά τους ήταν δεμένη με τη φανέλα. Όταν αυτή φεύγει, χρειάζεται ξαφνικά να βρουν ένα νέο ρόλο, χωρίς να έχουν δοκιμαστεί ποτέ σε αυτόν. Η μετάβαση αυτή δεν είναι ποτέ εύκολη και συχνά συνοδεύεται από έντονη ψυχολογική πίεση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η ψυχολογία τους φτάνει σε τόσο χαμηλό σημείο, ώστε αναζητούν διεξόδους που δεν αποτελούσαν μέρος της ζωής τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Ντέμης Νικολαΐδης, ο οποίος έχει παραδεχτεί ότι μετά το τέλος της καριέρας του κατέφυγε ακόμη και στο ποτό, παρότι δεν έπινε ποτέ.
Η ΖΩΗ ΜΕΤΑ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΣΦΥΡΙΓΜΑ
Στο χώρο του αθλητισμού είχαμε συνηθίσει οι πρώην αθλητές, να περνούν από το γήπεδο στον πάγκο. Κορυφαία παραδείγματα αποτελούν ο Βασίλης Σπανούλης και ο Παναγιώτης Γιαννάκης, οι οποίοι έγραψαν ιστορία τόσο ως παίκτες όσο και ως προπονητές. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, παρατηρείται ολοένα και μεγαλύτερη παρουσία πρώην αθλητών στο χώρο της αθλητικής δημοσιογραφίας. Πολλοί από αυτούς βρίσκουν σε αυτήν έναν τρόπο να παραμείνουν κοντά στο άθλημα που σημάδεψε τη ζωή τους, μεταφέροντας στο κοινό γνώσεις και εμπειρίες που αποκτήθηκαν μέσα στους αγωνιστικούς χώρους. Με τον τρόπο αυτό εμπλουτίζουν την αθλητική ενημέρωση και ιδιαίτερα την αγωνιστική ανάλυση των παιχνιδιών. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι όλοι, είναι «φτιαγμένοι», να γίνουν προπονητές ή δημοσιογράφοι μετά το τέλος της καριέρας τους.
Ωστόσο, το σημαντικότερο ίσως δεν είναι το επάγγελμα που θα επιλέξουν μετά το τέλος της καριέρας τους, αλλά το πόσο προετοιμασμένοι είναι για αυτή τη μετάβαση. Η ύπαρξη ενδιαφερόντων, σπουδών και δεξιοτήτων μπορεί να λειτουργήσει ως δίχτυ ασφαλείας όταν έρθει η στιγμή αποχώρησης. Άλλοι, επιλέγουν την προπονητική ή τη δημοσιογραφία ενώ κάποιοι, όπως ο Ιωάννης Μπουρούσης, συνεχίζουν να προσφέρουν στο άθλημά τους από διοικητικά πόστα, συμβάλλοντας στην ανάπτυξη των συλλόγων και του αθλήματος γενικότερα.
Παράλληλα, ολοένα και περισσότεροι σύλλογοι και αθλητικοί οργανισμοί αναγνωρίζουν τη σημασία της ψυχικής υγείας των αθλητών. Η ψυχολογική υποστήριξη δεν θεωρείται πλέον μια δευτερεύουσα παροχή αλλά, ένα σημαντικό κομμάτι της προετοιμασίας και της μετέπειτα πορείας ενός αθλητή.
Η ψυχική υγεία, λοιπόν, δεν αποτελεί πολυτέλεια, ούτε ένδειξη αδυναμίας. Είναι αυτή που κρατά κάποιον όρθιο μέσα στις αλλαγές που φέρνει η ζωή, ακόμη κι όταν αυτές έρχονται μετά από μια λαμπρή πορεία. Πίσω από τα μετάλλια, τα ρεκόρ και τα χειροκροτήματα υπάρχει πάντα ένας άνθρωπος που πρέπει να συνεχίσει, αφού αδειάσουν οι εξέδρες.
Η δυσκολία αυτής της μετάβασης αποτυπώνεται άριστα στα λόγια του Ντέμη Νικολαΐδη, ο οποίος παρομοίασε το τέλος της αθλητικής καριέρας με πένθος:
Χάνουμε όλη μας τη ζωή, όλο το νόημα […] Είναι μια απώλεια που πρέπει να διαχειριστούμε […] Το παρομοιάζω λίγο με πένθος.
Σ’ αυτή τη φράση κρύβεται όλη η ουσία του προβλήματος. Για πολλούς αθλητές, το τέλος της καριέρας τους δεν σηματοδοτεί μόνο το τέλος μιας επαγγελματικής διαδρομής, αλλά και την απώλεια ενός τρόπου ζωής που τους συνόδευε από την παιδική ηλικία.
Ίσως τελικά η μεγαλύτερη πρόκληση για ένα αθλητή να μην είναι η νίκη ή η ήττα μέσα στο γήπεδο αλλά η στιγμή που θα χρειαστεί να ανακαλύψει ποιος είναι έξω από αυτό.


